Στις 24 Μαΐου 1988 πλήρωμα και επιβάτες της TACA 110απογειώθηκαν από την Μπελίζ με προορισμό τη Νέα Ορλεάνη. Περίπου στα 35.000 πόδια ετοιμάζονταν για τη διαδικασία καθόδου όταν στο ραντάρ καιρού αντιλήφθηκαν πως μπροστά τους υπήρχε σφοδρή καταιγίδα. Αν και διαμόρφωσαν την πορεία τους έτσι ώστε να αποφύγουν τα καιρικά φαινόμενα, η φύση είχε άλλα σχέδια γι’ αυτούς.
Παρά τις ενδείξεις για το αντίθετο, βρέθηκαν στο επίκεντρο έντονων καιρικών φαινομένων που θα δοκίμαζαν τα όρια των αντοχών τόσο του αεροπλάνου όσο και των πιλότων. Αν και συνήθως οι μηχανές αντέχουν περισσότερο από τους ανθρώπους, εκείνη τη φορά η τεχνολογία απέτυχε. Και ήταν ο ανθρώπινος παράγοντας που αντί για την αιτία της καταστροφής, υπήρξε ο μόνος λόγος αποφυγής της.
Καθώς το αεροσκάφος πλησίαζε προς το αεροδρόμιο συνέβη το απροσδόκητο. Και οι δύο κινητήρες έπιασαν φωτιά, με αποτέλεσμα να μην δημιουργείται αρκετή ώση. Σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθε και η απώλεια ηλεκτρικής ενέργειας που άφησε το πιλοτήριο «τυφλό» από όργανα, με εξαίρεση μόνο δύο από αυτά.
Σε κάποια άλλη περίπτωση ο πανικός θα ήταν το κομμάτι που θα συμπλήρωνε το καταστροφικό παζλ που θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στην τραγωδία. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη στην ομάδα που βρισκόταν μέσα στο κόκπιτ του Boeing. Παρά το γεγονός ότι το τζετ έχανε ύψος με ρυθμό 1.000 πόδια το λεπτό και το δυστύχημα βρισκόταν μόνο 15 λεπτά μακριά, το πλήρωμα δεν έχασε ποτέ την ψυχραιμία του. Και αυτή η στοχοπροσήλωση -παρά τις δυσμενείς συνθήκες- αποζημιώθηκε με ένα happy end που συναντά κανείς μόνο σε ταινίες.
Ακολουθώντας τους κανόνες και το ένστικτο
Ο Νταρντάνο ακολούθησε όλους τους κανόνες που προέβλεπε ο κατασκευαστής. Είχε την ψυχραιμία να θέσει σε λειτουργία το σύστημα που απέτρεπε κινητήρες και φτερά από το να πιάσουν πάγο λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών. Με το βοηθητικό σύστημα ηλεκτροδότησης του τζετ να παρέχει πλέον ρεύμα, ξεκίνησε μια άνιση μάχη με το… θηρίο.
Αλλεπάλληλες απόπειρες να τεθούν ξανά σε λειτουργία οι κινητήρες αποτύγχαναν η μία μετά την άλλη. Το πλήρωμα όμως δεν σταμάτησε ποτέ να πολεμά και να ελπίζει προκειμένου να αποφύγει ένα τέλος που έμοιαζε προδικασμένο και αναπόφευκτο. Όταν τελικά οι μηχανές δούλεψαν ξανά, ο ήχος τους δεν συνοδεύτηκε από επιφωνήματα χαράς και ανακούφισης. Αποδείχτηκε πως είχαν υποστεί τέτοια ζημιά που δεν ήταν δυνατό να παράσχουν αρκετή ενέργεια.
Τότε ο Νταρντάνο βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα τεράστιο δίλημμα. Το ένα ενδεχόμενο ήταν να συνεχίσει να τους ζορίζει με την ελπίδα πως θα ανακτήσουν πλήρως την ισχύ τους. Εάν αυτό δεν συνέβαινε, όμως, το αεροπλάνο θα ήταν καταδικασμένο αφού η φωτιά θα εξαπλωνόταν παντού.
Η εναλλακτική λύση έμοιαζε να έχει ακόμη λιγότερες πιθανότητες επιτυχίας. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, οι κινητήρες θα έμεναν κλειστοί και το τεράστιο αεροσκάφος θα έπρεπε να μετατραπεί σε ανεμοπλάνο. Και δίχως την παραμικρή μηχανική υποστήριξη, να προσγειωθεί. Κάτι που δεν είχε συμβεί ΠΟΤΕ με αεροπλάνο αυτού του μεγέθους. Κόντρα σε κάθε λογική ή το νόμο των πιθανοτήτων, ο κυβερνήτης επέλεξε το δεύτερο.
Σε ένα χωράφι
Ενώ οι επιβάτες έχουν ήδη ξεκινήσει να προσεύχονται για τις ζωές τους, πιλότος και πύργος ελέγχου έχουν ένα δραματικό διάλογο. Το πλήρωμα πληροφορείται πως ο πιο κοντινός αεροδιάδρομος είναι μόλις 11 μίλια μακριά. Με μηδενική ισχύ από τους κινητήρες όμως, ο Νταρντάνο είναι κατηγορηματικός. Υπολογίζει ότι δεν θα καταφέρει να φτάσει μέχρι εκεί. Απορρίπτει και την εναλλακτική που του προσφέρεται. Την προσγείωση σε κοντινή λεωφόρο.
Ξέρει πως έτσι θα θέσει σε κίνδυνο όχι μόνο τις ζωές των επιβαινόντων, αλλά κι εκείνων που θα κινούνταν ανυποψίαστοι με τα αυτοκίνητά τους στο δρόμο. Η κατάσταση γίνεται ολοένα και πιο άσχημη και το σκηνικό συμπληρώνεται από τη μορφολογία του εδάφους. Με το αεροπλάνο να πλησιάζει το έδαφος με ταχύτητα και να χάνει ύψος ακόμη πιο γρήγορα, ο κυβερνήτης βλέπει πως από κάτω του υπάρχουν μόνο μικρές λωρίδες γης που χωρίζονται από κανάλια, αναχώματα και φράγματα που εμποδίζουν το νερό των ποταμών και των παραποτάμων της περιοχής.

Πρακτικά, δεν υπήρχε κανένα μέρος για να προσγειωθεί. Ακόμη κι αν τα κατάφερνε, γνώριζε πως η έλλειψη κινητήρων δεν θα του επέτρεπε να επιβραδύνει τη στιγμή που το αεροσκάφος θα ακουμπούσε στο έδαφος, με ταχύτητα 300 χιλιομέτρων την ώρα… Με την προσθαλάσσωση να δείχνει ακόμη πιο δυσοίωνη επιλογή και το αεροπλάνο να απέχει μόλις 700 πόδια από την καταστροφή, ο συγκυβερνήτης Ντιονίσιο Λόπες βλέπει μια μικρή λωρίδα γης. Λιγότερο από δύο λεπτά πριν την επερχόμενη καταστροφή, ο Νταρντάνο επιχειρεί ένα side slip. Μια μανούβρα σχεδιασμένη για πολύ μικρότερα κι ελαφρύτερα αεροσκάφη, η οποία δεν έχει πραγματοποιηθεί ποτέ σε ένα τζετ αυτού του μεγέθους.
Ένα θαύμα από ανθρώπινα χέρια
Μιλώντας για τις ανάγκες της σειράς Mayday του National Geographic που μετέφερε την ιστορία στη μικρή οθόνη, ο Νταρντάνο αποκάλεσε την προσγείωση ως την πιο όμορφη που είχε κάνει στην καριέρα του. Δεν είχε καθόλου άδικο. Όταν τελικά το 737-3Τ0 σταμάτησε την τρελή πορεία του, δεν συνέβη καμία έκρηξη. Ούτε φωτιά. Κυρίως, όμως, δεν υπήρξε ούτε μία απώλεια ανθρώπινης ζωής. Ούτε καν κάποιος σοβαρός τραυματισμός. 45 ψυχές, όλοι όσοι επέβαιναν σε αυτό, βίωσαν και επιβίωσαν από το αδιανόητο. Από την μοναδική αναγκαστική προσγείωση ενός Boeing 50 τόνων, χωρίς κινητήρες, εκτός αεροδιαδρόμου. Σε ένα χωράφι που μετατράπηκε σε μνημείο και μάρτυρα πως καμιά φορά τα θαύματα γίνονται από απλά, ανθρώπινα χέρια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι απόψεις των αναρτήσεων δεν ταυτίζονται υποχρεωτικά με τις δικές μας.
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.