Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

ΛΑΜΟΓΙΑ: Η κρυφή γοητεία μιας σκανδαλιστικής ετυμολογίας

Γράφει: Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης

Λεξιπενία και λεξιλαγνεία ταλαιπωρούν, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, αφάνταστα τη γλώσσα μας, καθώς βολοδέρνει κατάκοιτη πάνω στην προκρούστεια κλίνη της γενικότερης παρακμής κάθε αξιακού συμβόλου και συμβολισμού.
Σύμπτωμα διόλου αμελητέο, το αντίθετο μάλιστα, αυτής της διπλής ενδημικής γλωσσοπάθειας συνιστά, inter alia φυσικά, και το γεγονός ότι μια λέξη που απαντάται ολοένα και πιο συχνά στο καθημερινό μας λεξιλόγιο –λες και πρόκειται για μολυσματικό κουνούπι που πολλαπλασιάζεται με γεωμετρική πρόοδο σε δυναμικά αυτοτροφοδοτούμενο έλος- είναι ο όρος «λαμόγιο». Και ακόμη περισσότερο ανησυχητικό σημάδι μιας τέτοιας παρακμιακής πορείας του πολιτικού μας οικοδομήματος αποτελεί το ότι το ως άνω ουσιαστικοποιημένο επίθετο «κοσμεί», στην καθομιλουμένη, κατά προτίμηση το πολιτικό

προσωπικό της Χώρας.
Το κακό έγκειται στο ότι το λεκτικό αυτό «παραμάζωμα» των πολιτικών ταγών μας, μέσα στην ακατάσχετη γενίκευσή του, σίγουρα τους αδικεί. Όλα κι όλα, δεν είναι στο σύνολό τους «λαμόγια». Χειρότερο όμως μου μοιάζει πως είτε από δική τους ασύγγνωστη υπαιτιότητα είτε επειδή πέφτουν πια θύματα του «πες, πες κάτι μένει», ενώ ως πρότινος ο λαϊκότροπος αυτός χαρακτηρισμός φαίνονταν ν’ αφορά την εξαίρεση με καλπάζουσα, δυστυχώς, ταχύτητα βαίνουμε –τουλάχιστον κατά την συνισταμένη της λεγόμενης «κοινής γνώμης»- στο «ίσα βάρκα ίσα νερά».
Είναι ακριβώς αυτή η επιδείνωση της λεκτικής μεταχείρισης και της επέκεινα κοινωνικής αντιμετώπισης των εκπροσώπων του πολιτικού μας συστήματος που μ’ έβαλε, τελευτούντος του σωτηρίου έτους 2013, σε γλωσσολογικές και, ειδικότερα, ετυμολογικές αναζητήσεις που μάλλον υποδαυλίζονται και από την τρέχουσα επικαιρότητα.
Η αλήθεια είναι ότι ως προς τον λανθάνοντα επιθετικό προσδιορισμό «λαμόγιο» τα γλωσσολογικά ευρήματα της ετυμολογικής σκαπάνης εμφανίζονται πενιχρά. Όμως παρά το δυσχερές του εγχειρήματος κατάφερα να καταλήξω στο συμπέρασμα πως το «λαμόγιο» προσδιορίζει εκείνον τον εκπρόσωπο της κατηγορίας των εν γένει απατεώνων, ο οποίος αφού έχει λάθρα διασφαλίσει τη λεία του εξαφανίζεται, δια τεχνασμάτων και ως δια μαγείας, από τα θύματά του για να την απολαύσει ανενόχλητος.
Το πώς οδηγήθηκα στο συμπέρασμα αυτό κρύβει αρκετά στοιχεία τυχαίου. Όχι, δεν ήταν από κάποιο λεξικό –π.χ. του κ. Μπαμπινιώτη και, πολύ περισσότερο, ένα παλαιότερο με αναφορές στις ρίζες της αρχαίας ελληνικής γλώσσας- ή από μια ειδική εν προκειμένω μελέτη.
Φίλος –πραγματικός και ανεκτίμητος- γιατρός, από εκείνους του θυμόσοφους generalists που ολοένα και σπανίζουν και οι οποίοι έχουν το χάρισμα ν’ αποθησαυρίζουν μέσα από την έντιμη άσκηση της επιστήμης τους πραγματική γνώση, «μου άνοιξε τα μάτια». Και άλλοτε με είχε βοηθήσει προς την ίδια, σχεδόν, κατεύθυνση. Όταν, σε μια χαλαρή συζήτησή μας που αφορούσε «επιφανή» και ιδιαίτερα κομψευόμενο –στα όρια του δανδισμού- πολιτικό μας, είχε στωϊκά αποφανθεί: «Αυτός έχει την αναίδεια του πιθήκου. Το «αναίδεια» από το «άνευ αιδούς». Ξαφνιάστηκα από την ιδιότυπη σύνδεση των δύο μακρινών συγγενών του ζωικού βασιλείου. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια μου έλυσε την απορία: «Μα, φίλε μου, σου διαφεύγει ότι ο πίθηκος είναι το πιο αναιδές –κατά κυριολεξία- ζώο στην φύση; Σου αποκαλύπτει –οι ζωολογικοί κήποι είναι το πιο πρόσφορο πεδίο επίδειξης- τα γεννητικά του όργανα και έχει την πεποίθηση ότι σου προσφέρει αληθινή υπηρεσία…».
Με την προσφιλή του λοιπόν κοινωνιολογική αυτή προσέγγιση με οδήγησε, ασφαλώς καθώς πιστεύω, στην γλωσσολογική καταγωγή του «λαμόγιου».
Ο γιατρός άρχισε από το σκηνικό: Βρισκόμαστε σε κάποια γωνιά της Σικελίας. Δηλαδή σε γειτονικά μας λημέρια. Το συγκεκριμένο πλάνο περιγράφει μια παρτίδα χαρτοπαιξίας. Σικελία και χαρτοπαιξία όμως διανθίζονται από τις εξής δύο ιδιαιτερότητες, οι οποίες οδηγούν στη λύση του «λαμογιακού» αινίγματος:
Η πρώτη αφορά την χαρτοπαιξία, τουλάχιστον εν Σικελία: Κατά τους κανόνες της –και αυτή γαρ έχει «κανόνες»- όταν κερδίζεις δεν μπορείς «να την κάνεις» πριν όλη η λοιπή χαρτοπαικτική ομήγυρις χάσει την «κάβα της». Διαφορετικά ισχύει το «όπου δεν κρατεί λόγος πίπτει ράβδος».
Η δεύτερη σχετίζεται με τις μητριαρχικές καταβολές της Σικελίας και τα σύγχρονα απομεινάρια τους. Αποτελεί πια κοινό επιστημονικό τόπο –αρκεί η αναφορά στο κορυφαίο έργο του L. Morgan ως προς την μετάβαση από τη μητριαρχία στην πατριαρχία, σύμφωνα με την ανάλυση της τρίτης πτυχής της «Ορέστειας» του Αισχύλου, δηλαδή των «Ευμενίδων»- ότι η Μεσόγειος φιλοξένησε τα τελευταία λίκνα της μητριαρχίας. Και, κυρίως, η Μικρά Ασία, η Κρήτη και η Νότια Ιταλία. Ίχνη αυτής της μακραίωνης παράδοσης ανιχνεύονται ακόμη και σήμερα, μέσα από το κυρίαρχο ρόλο της γυναίκας –συζύγου ή μάνας- σε συγκεκριμένα πεδία της κοινωνικής, πρωτίστως δε της οικογενειακής, ζωής.
Ας πάμε λοιπόν στη σύνδεση των δύο ως άνω ιδιαιτεροτήτων, για να δούμε τι σημαίνει «λαμόγιο». Όταν ο μικροαπατεώνας χαρτοπαίχτης της σικελικής επαρχίας κέρδιζε, πλην όμως ήθελε «να την κάνει μπράφ», κατά παράβαση των χαρτοπαικτικών κανόνων αλλά χωρίς να υποστεί τις βαριές κυρώσεις του «άχρι αίματος» ξυλοδαρμού -και όχι μόνο- σκαρφιζόταν το εξής τέχνασμα, καταγόμενο από τον ιστορικό λαβύρινθο της μητριαρχίας που θέλει, ακόμη και σήμερα, το κέλευσμα ως και της συζύγου προς τον εξωκείλαντα σύζυγο να γίνεται σεβαστό για χάρη του ιερού θεσμού της οικογένειας: Συνεννοημένος προηγουμένως με έμπιστο, και συνήθως επ’ αμοιβή, τσιλιαδόρο –συνεργό έβαζε τον τελευταίο, αφού του έδινε το κατάλληλο σύνθημα, να καταφθάνει δρομαίος και ασθμαίνων από την «αγωνία» προς τους παίκτες. Και να ωρύεται αναγγέλλοντας, δήθεν, ότι η σύζυγος του κερδοφόρου ως εκείνη τη στιγμή χαρτοπαίκτη έρχεται να «συμμαζέψει με το σκουπόξυλο ή την τσουγκράνα» τον άσωτο, ο οποίος είχε εγκαταλείψει την εστία από τα χαράματα!
Ιταλιστί η κραυγή του συνεργού που ανήγγελλε την κατά φαντασία επιδρομή της συζύγου είχε ως εξής: «La moglie, la moglie» («η γυναίκα σου, η γυναίκα σου»)! Η παραφθορά στην ελληνική είναι, σχεδόν, φυσική: «La moglie» καταλήγει «λαμόγια», και στον ενικό «λαμόγιο».
Παρακαλώ αν κάποιος εμβριθέστερος έχει άλλη, πειστικότερη, εξήγηση ας αντικρούσει τον θυμόσοφο φίλο μου, υπηρέτη του Ιπποκράτη και ακούσιο βοηθό των κοπιόντων γλωσσολόγων μας.
Κάθε ομοιότητα ορισμένων πολιτικών μας με «χαρτοπαίκτες-λαμόγια», υπό την έννοια εκείνων που αποκτούν «με τον ιδρώτα τους» τα αγαθά «του Αβραάμ και του Ισαάκ» και, την κατάλληλη στιγμή ειδοποιημένοι από το σύστημα –ιδίως δε το διαπλεκόμενο μιντιακό- «στρίβουν δια του αρραβώνος» προκειμένου να απολαύσουν τα προϊόντα του «κόπου τους», δεν είναι φανταστική αλλά απολύτως πραγματική. Άλλωστε στον τόπο μας, κυρίως τα τελευταία χρόνια όταν τα πάντα έχουν ξεχειλώσει –και κάποιοι πολιτικοί πίστεψαν πως όλα συγχωρούνται ελέω λαϊκής ετυμηγορίας- δυστυχώς «τα καλά κόλποις κτώνται». Γι’ αυτό και ο Λαός μας τους αντιτείνει, ολοένα και πιο συχνά, «άλλα κόλπα ν’ αγαπιώμαστε».
Γιατί, αγαπητέ αναγνώστη, η πράσινη «τσόχα» της Σικελίας με παραπέμπει στο «Άκη, Άκη, που είσαι Άκη»; Και να ‘ταν ο μόνος! Κάπως παρήγορο είναι το γεγονός ότι ο «Κορυδαλλός» κελαηδά ολοένα και περισσότερο. Πολύ φοβάμαι όμως ότι και άλλα λαμόγια –χωρίς εισαγωγικά- και πολύ πιο «ευυπόληπτα», ακόμη κρύβονται προστατευτικά κάτω από τα φουστάνια της «διαπλεκόμενης μιντιαρχίας». Η οποία φυσικά και ζορίζεται από την κρίση αλλ’ ακόμη, φευ, αντέχει. Το ζήτημα είναι ως πότε; Ήδη δεν μπορεί να κάνει πια τόσο εύκολα τη βόλτα της –μάλλον δε την «αρπαχτή της»- στο πάλαι ποτέ αγαπημένο της «Βουλεβάρτο των Τραπεζών». Γαλλιστί «Boulevard des Banques»


olympia.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι απόψεις των αναρτήσεων δεν ταυτίζονται υποχρεωτικά με τις δικές μας.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.